Άδειες

Άρθρα που εξηγούν τις διάφορες άδειες που δικαιούνται να πάρουν οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια του έτους.

Η γονική άδεια έχει θεσπισθεί με το άρθρο 13 του Ν. 1483/84. Ο χρόνος απουσίας των γονέων μισθωτών ορίζεται:

α) λόγω γονικής αδείας ανατροφής (άρθρο 5) έως 3,5 χρόνια (χωρίς αποδοχές).
β) λόγω ασθενείας εξαρτώμενων μελών (άρθρο 7), 12 ημέρες για 3 παιδιά και άνω και λόγω θανάτου συγγενούς (συζύγου, τέκνων, αδελφών) δύο ημέρες.
γ) για παρακολούθηση των μαθημάτων των παιδιών τους 4 ημέρες (άρθρο 9) λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας απουσίας και του επιδόματος αδείας.

Σημειώνεται ότι με τη νέα ΕΓΣΣΕ, η άδεια απουσίας λόγω εξαρτημένων μελών, αυξήθηκε από 10 σε 12 ημέρες για όσους έχουν 3 και άνω παιδιά.

Όσον αφορά την άδεια γονέων μισθωτών προς παρακολούθηση της σχολικής επιδόσεως των παιδιών τους, το αρ. 9 του Ν. 1483/84, υπαγορεύει, ότι οι εργαζόμενοι που έχουν παιδιά ηλικίας μέχρι 16 ετών, τα οποία παρακολουθούν μαθήματα στοιχειώδους ή μέσης εκπαίδευσης, δικαιούνται να απουσιάζουν ορισμένες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα από την εργασία τους, μέχρι τη συμπλήρωση 4 εργασίμων ημερών κάθε ημερολογιακό έτος, με άδεια του εργοδότη, για να επισκεφθούν το σχολείο των παιδιών τους, με σκοπό την παρακολούθηση της σχολικής τους επιδόσεως.

Η άδεια απουσίας χορηγείται σ’ έναν από τους δύο γονείς-εργαζόμενους, οι οποίοι αποφασίζουν με κοινή συμφωνία κάθε φορά, ποιος από τους δύο γονείς θα κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος και για πόσο χρονικό διάστημα, το οποίο πάντως και για τους δύο γονείς δεν μπορεί να υπερβαίνει κατ’ έτος τις 4 εργάσιμες ημέρες.

Όσον αφορά την γονική άδεια ανατροφής, η παρ. 1 του άρθ. 5 του Ν. 1483/84 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 2639/98 ως εξής: «Ο γονέας που έχει τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 1 (δηλ. είναι εν γένει μισθωτός) και έχει συμπληρώσει ένα (1) χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται να λάβει γονική άδεια ανατροφής του παιδιού, στο χρονικό διάστημα από τη λήξη της αδείας μητρότητας μέχρις ότου το παιδί συμπληρώσει την ηλικία των 3 ½ ετών. Η άδεια αυτή είναι χωρίς αποδοχές, η διάρκειά της μπορεί να φθάσει τους 3 ½ μήνες για κάθε γονέα και δίνεται από τον εργοδότη με βάση τη σειρά προτεραιότητας των απασχολουμένων στην επιχείρηση για κάθε ημερολογιακό έτος.

Οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου, ισχύουν και για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους οργανισμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία γίνεται εξαιτίας της άσκησης του δικαιώματος για τη λήψη της γονικής αδείας ανατροφής είναι άκυρη.

Προϋπόθεση Χορήγησης Άδειας Μισθωτών

Bασική προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας αναπαύσεως των μισθωτών, είναι η συμπλήρωση δέκα (10) μηνών απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη. Η 10μηνη απασχόληση θεωρείται Βασικός Χρόνος για τη χορήγηση της άδειας και του επιδόματος αδείας των μισθωτών. Μετά τη συμπλήρωση του βασικού χρόνου, ο μισθωτός λαμβάνει την άδειά του, η οποία αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος της χορήγησης και όχι στο έτος της πρόσληψης.

Μετά τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψη άδειας για πρώτη φορά (στον ίδιο εργοδότη), ο μισθωτός δικαιούται στο εξής να λαμβάνει κανονικά την άδειά του κάθε ημερολογιακό έτος.

Με το Ν. 3144/03 που ψηφίστηκε πρόσφατα, προβλέπεται η χορήγηση ποσοστού της δικαιούμενης άδειας, ανάλογα με το χρόνο απασχόλησης του μισθωτού.

Δεύτερη προϋπόθεση για τη χορήγηση κανονικής ετήσιας άδειας είναι η ύπαρξη εξαρτημένης σχέσης εργασίας. 

Ημέρες που υπολογίζονται στην άδεια

Οι παράγρ. 1 και 3 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45, ορίζουν ότι στην άδεια αναπαύσεως των μισθωτών, υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Δεν συμπεριλαμβάνονται δηλαδή οι Κυριακές, οι αργίες και οι ημέρες ασθενείας του μισθωτού που εμπίπτουν μέσα στο διάστημα της αδείας. 

Χρόνος Χορήγησης της Άδειας

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρ. 4 του ΑΝ 539/45 η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας, κανονίζεται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ’ έτος σε κάθε επιχείρηση δικαιούμενων αδείας, πρέπει να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος.

Τμηματική Χορήγηση της άδειας

Κατά κανόνα η άδεια αναπαύσεως των μισθωτών χορηγείται ολόκληρη, άπαξ του έτους.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η κατάτμηση της αδείας με βάση τις προϋποθέσεις που ορίζονται από το άρθρο 7 της από 26.1.77 ΕΓΣΣΕ, όπως στην περίπτωση ιδιαιτέρως σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχειρήσεως ή ύστερα από αίτηση του μισθωτού λόγω δικαιολογημένης αιτίας και πάντοτε μετά από έγκριση της αρμοδίας Τοπικής Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο μέρος της αδείας πρέπει να περιλαμβάνει έξι (6) τουλάχιστον ημέρες. Για τους ανήλικους μισθωτούς το άρθρο 7 του Ν. 1837/89 ορίζει ότι, η κανονική άδεια χορηγείται κατά την περίοδο των θερινών σχολικών διακοπών σε συνεχείς ημέρες. Το μισό της κανονικής άδειας μπορεί να χορηγείται τμηματικώς και σε άλλες χρονικές περιόδους, αν το ζητήσει ο ανήλικος. Για τους εργαζόμενους σπουδαστές των ΤΕΙ, με το Π.Δ. 483/84 προβλέπεται η χορήγηση υποχρεωτικά της άδειας που τυχόν δικαιούται να ζητήσει ο μισθωτός, κατά το χρονικό διάστημα της εξεταστικής περιόδου ή για την προετοιμασία και συμμετοχή στις φροντιστηριακές ή εργαστηριακές ασκήσεις.

Καθορισμός ημερών αδείας

Με την από 23/05/2000 ΕΓΣΣΕ προβλέπεται η χορήγηση 25 ή 30 εργάσιμων ημερών ανάλογα αν η παρεχόμενη εργασία είναι εξαήμερη ή πενθήμερη, σε όσους μισθωτούς έχουν κατά το 2000 υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη.

Συνέπειες από τη μη χορήγηση αδείας

Στην περίπτωση μη χορηγήσεως της αδείας μέχρι την 31-12 του έτους, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές αδείας, απλές μεν όταν δεν υπάρχει πταίσμα του ιδίου, διπλές δε, δηλαδή με προσαύξηση κατά 100%, όταν υπάρχει πταίσμα του εργοδότη (ΑΠ 1568/99).Κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού περί «εγκαταλείψεώς του εις την άδεια δικαιώματός του ή παραιτήσεως αυτού απ’ το δικαίωμα της αδείας», θεωρείται ανύπαρκτος, έστω και αν προβλέπει την καταβολή εις αυτόν προσαυξημένης αποζημιώσεως (άρθρο 5 παρ. 1 ΑΝ. 539/45).Τέλος, όσοι εργοδότες δεν τηρούν τους σχετικούς με τη χορήγηση των αδειών όρους των ΣΣΕ ή ΔΑ, διώκονται και τιμωρούνται κατά το άρθρο 21 του Ν. 1876/90.

Απαγόρευση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της αδείας

Κατά τη διάρκεια της αδείας απαγορεύεται η απόλυση του μισθωτού απ’ τον εργοδότη (άρθρο 5 παρ. 6 ΑΝ 539/45).

Εν τούτοις, δεν απαγορεύεται η κατά τη διάρκεια της αδείας προειδοποίηση περί της προσεχούς απολύσεώς τους, αρκεί η ημέρα της απολύσεως να εμπίπτει σε χρόνο μετά τη λήξη της αδείας. (Εφ. Λαρίσης 667/96).

Η απαγόρευση της απολύσεως δεν ισχύει κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας (ΑΠ 542/97).

Αποδοχές που δικαιούνται οι μισθωτοί κατά τη διάρκεια της αδείας τους

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Α.Ν. 539/45, κατά τη διάρκεια της αδείας του ο μισθωτός δικαιούται να λαμβάνει τις «Συνήθεις αποδοχές», δηλαδή τις αποδοχές εκείνες που θα ελάμβανε εάν απασχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο.
Ειδικότερα οι αποδοχές αυτές είναι οι ακόλουθες:

  1. Για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, τόσα ημερομίσθια ίσα με το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής, όσες είναι οι ημέρες αδείας που δικαιούνται. (οι ημέρες είναι εργάσιμες).
  2. Για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό 24/25 γι’ αυτούς που έχουν ένα (1) έτος υπηρεσίας και ένας (1) μισθός γι’ αυτούς που έχουν 2,3 ή περισσότερα των τριών έτη υπηρεσίας. Για τους μισθωτούς που έχουν 10 έτη υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή 12 έτη προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, οι αποδοχές αδείας είναι ίσες με το μισθό ενός (1) μηνός ή τόσα ημερομίσθια, όσες εργάσιμες ημέρες της αδείας εμπίπτουν στον επόμενο μήνα.

Εκτός από τις αποδοχές αδείας οι μισθωτοί δικαιούνται να λάβουν και «Επίδομα αδείας» (αρ. 3 Ν. 4504/66). Όπως προκύπτει από την περί αδειών νομοθεσία, το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος αδείας, όπως και το δικαίωμα λήψεως των αποδοχών αδείας, αποτελούν παρακολούθημα του κύριου δικαιώματος λήψεως της αδείας και προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος για να ληφθεί η άδεια (10μηνη υπηρεσία).

Το επίδομα της αδείας υπολογίζεται, όπως υπολογίζονται και οι αποδοχές της αδείας, με τον περιορισμό, ότι δεν μπορεί να υπερβεί το μισό μισθό για όσους μισθωτούς αμείβονται με μισθό, και τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με ποσοστά κλπ.

Για τους μισθωτούς που αμείβονται με ημερομίσθιο και εργάζονται 5 ημέρες την εβδομάδα με ηυξημένο ωράριο εργασίας, ώστε να καλύπτουν και την εργασία της έκτης ημέρας, το ημερομίσθιο του επιδόματος αδείας είναι ίσο με το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής και όχι με το 1/5 αυτής, αφού και οι μισθωτοί με 5νθήμερο δικαιούνται 6 ημερομίσθια την εβδομάδα.

Πότε καταβάλλονται οι αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας

Κατά το άρθρο 3 παράγ. 8 του Α.Ν. 539/45, τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα της αδείας προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας του. Οι αποδοχές της αδείας και του επιδόματος της αδείας δεν συμψηφίζονται με ανώτερες καταβαλλόμενες αποδοχές από τις νόμιμες.

Λύση της σχέσης εργασίας – Άδεια και επίδομα αδείας (άρθρο 5 παραγ. 4 ΑΝ 539/45)

Στην περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο (απόλυση, αποχώρηση απ’ την εργασία κ.λ.π.) πριν λάβει την άδειά του, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τα ακόλουθα:

α) Εάν είχε συμπληρώσει 12 μήνες υπηρεσίας, τις αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας που θα δικαιούνταν να λάβει αν κατά το χρονικό σημείο της λύσεως της σχέσεως, έπαιρνε την άδειά του (άρθρο 1 παρ. 3 περίπτ. 5 του Ν. 1346/83 και άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ της 26.1.77).

Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας αποχωρούντος του μισθωτού, ο οποίος δεν έχει λάβει την άδεια, υπολογίζονται βάσει του ημερομισθίου που καταβάλλονταν κατά την αποχώρηση (ΑΠ 1468/97). Επίσης, σύμφωνα με την απόφαση 564/98 του ΑΠ, δεν δικαιούται αδείας και αποζημιώσεως αδείας, ο μισθωτός που απολύεται την 1 Ιανουαρίου.

β) Εάν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει 12 μήνες υπηρεσία, θα λαμβάνει αποζημίωση αδείας, ίση με 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχολήσεώς του στον εργοδότη (Ν. 1346/83).

Ως ημερομίσθιο νοείται το καταβαλλόμενο, το οποίο ισούται με το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής. Επίσης, δικαιούται να λάβει επίδομα αδείας ίσο με την αποζημίωση αδείας, με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων, αναλόγως προς τον τρόπο αμοιβής του (αρ. 6 της από 26.1.77 ΕΓΣΣΕ και σήμερα με την από 23.5.2000 ΕΓΣΣΕ με την οποία αυξήθηκαν οι ημέρες αδείας).

Ως μήνας απασχολήσεως θεωρείται ο ημερολογιακός μήνας, σε συνεχείς ημέρες και ανεξαρτήτως αριθμού ημερών. Για να δικαιούνται των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας οι μισθωτοί που η σχέση εργασίας τους λύεται μετά τη συμπλήρωση 12μήνου θα πρέπει να οφείλεται σ’ αυτούς η άδεια κατά τη λύση της σχέσεως. Έτσι, δεν δικαιούνται των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, όσοι έχουν λάβει καθ' οιονδήποτε χρονικό σημείο του ημερολογιακού έτους της λύσεως της σχέσεως, την άδεια του έτους αυτού, ούτε και όσοι έχουν απολέσει για κάποιο λόγο το δικαίωμα λήψεως της αδείας (π.χ. λόγω μακράς αυθαιρέτου απουσίας ή λόγω μακράς απουσίας πέραν των ορίων της βραχείας ασθενείας).

Δεν δικαιούνται συμπληρωματικής αδείας μίας ημέρας, όσοι μισθωτοί μετά από την ημερομηνία λήψεως της αδείας τους και πριν απ’ το χρονικό σημείο λύσεως της σχέσεως εργασίας, συμπλήρωσαν 2 ή 3 έτη υπηρεσίας, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια, αν ελάμβαναν την άδειά τους κατά το τελευταίο αυτό χρονικό σημείο, να δικαιούνται μια επί πλέον ημέρα αδείας.

Χορηγείται μία επιπλέον εβδομάδα αδείας στις εργαζόμενες μετά τον τοκετό (άδεια λοχίας). Η συνολική άδεια μητρότητας αναπροσαρμόζεται κατ' αυτόν τον τρόπο σε δέκα επτά (17) εβδομάδες. Κατά τα λοιπά, εξακολουθούν να ισχύουν οι ρυθμίσεις του άρθρου 7 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. του 1993.

Οι έγκυοι απαλλάσσονται από την εργασία χωρίς περικοπή των αποδοχών τους για να υποβληθούν σε εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου εφ' όσον οι εξετάσεις αυτές πρέπει να γίνουν κατά τον χρόνο της εργασίας (Π.Δ. 176/97).

Σύνδεση

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 244 επισκέπτες και κανένα μέλος