|
Ισραηλινοί ερευνητές κατάφεραν, για πρώτη φορά, να δημιουργήσουν μια τεχνητή μύτη (eNose), που καταφέρνει να διακρίνει τις όμορφες από τις άσχημες μυρωδιές, ακόμα και αν ποτέ πριν δεν τις έχει ξανασυναντήσει, ούτε έχει εκ των προτέρων προγραμματιστεί να τις αναγνωρίζει. Το επίτευγμα μπορεί να βοηθήσει τις εταιρίες και τις αρμόδιες Αρχέςνα ελέγχουν και να εντοπίζουν πιο αποτελεσματικά οσμές
από επικίνδυνες χημικές ουσίες ή από χαλασμένες τροφές.
Μπορεί ακόμα να ανοίξει το δρόμο για την ηλεκτρονική μετάδοση των οσμών, ενώ θέτει σε αμφισβήτηση την αντίληψη ότι οι άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτισμούς έχουν διαφορετικές προτιμήσεις στις μυρωδιές.
Τεχνητές μύτες έχουν δημιουργηθεί εδώ και περίπου 20 χρόνια, αποτελούμενες συνήθως από διατάξεις χημικών αισθητήρων που ανιχνεύουν τα μόρια των χημικών ουσιών, οι οποίες προκαλούν τις διάφορες οσμές.
Κάθε αισθητήρας αντιδρά λίγο διαφορετικά σε κάθε ξεχωριστή οσμή και έτσι τελικά προκύπτει ένα «οσμητικό αποτύπωμα», που μπορεί να «μεταφραστεί» σε μια διαφορετική σειρά χρωμάτων για κάθε διαφορετική μυρωδιά. Όμως όλες σχεδόν αυτές οι τεχνητές μύτες μπορούν να εντοπίσουν μόνο εκείνες τις οσμές, τις οποίες έχουν «εκπαιδευτεί» εκ των προτέρων να αναγνωρίζουν.
Η νέα μύτη, προϊόν ερευνητών του κορυφαίου ισραηλινού Ινστιτούτου Επιστημών Βάιζμαν, υπό τον νευροβιολόγο Ραφί Χαντάντ, η οποία παρουσιάστηκε στο περιοδικό “PLoS Computational Biology”, πάει ένα βήμα παραπέρα –πλησιάζοντας την λειτουργία μιας πραγματικής μύτης- καθώς μπορεί να αναγνωρίσει ακόμα και οσμές που ποτέ πριν δεν έχει συναντήσει.
Τα πειράματα έδειξαν ότι η eNose και οι αυθεντικές μύτες των εθελοντών συμφώνησαν σε ποσοστό πάνω από 80% για το αν οι άγνωστες μυρωδιές ήσαν όμορφες ή άσχημες.
Πρόσθετα πειράματα, τόσο σε Ισραηλινούς όσο και σε Αιθίοπες, δηλαδή σε άτομα διαφορετικών πολιτισμών, έδειξαν ότι η ηλεκτρονική μύτη μπορούσε να προβλέψει, με την ίδια επιτυχία, την αξιολόγηση (καλή ή άσχημη μυρωδιά) και των Αιθιόπων, ξεπερνώντας τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. |