fiber-optics-lightsΗ καλύτερη εναλλακτική λύση σήμερα στα μέσα μετάδοσης εμφανίζεται να είναι η οπτική ίνα. Μία λύση με αρκετά πλεονεκτήματα που κερδίζει έδαφος συνεχώς τα τελευταία χρόνια. Ενώ η μετάδοση σε χαλκό εκμεταλλεύεται συχνότητες στην περιοχή των ΜΗz, η μετάδοση σε οπτικές ίνες αξιοποιεί συχνότητες ένα εκατομμύριο φορές μεγαλύτερες. Η περιοχή συχνοτή­των μετάδοσης αποτελεί την κύρια διαφορά μεταξύ ηλεκτρομαγνητικών και οπτικών κυμάτων και σε αυτήν οφείλεται η επίτευξη πολύ υψηλών ταχυτήτων

μετάδοσης στις οπτικές ίνες. Έτσι, ταχύτητες της τάξης των 9.9 Gbps έχουν γί­νει κοινός τόπος σήμερα, ενώ αξίζει να αναφερθεί σαν παράδειγμα, ότι με αυτή τη ταχύτητα η εγκυκλοπαίδεια Britannica μπορεί να μεταδοθεί σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο.

Η βασική ιδέα εδώ είναι η χρήση της οπτικής ίνας ως μέσου και του φωτός ως φορέα της πληροφορίας, αντί για το ρεύμα ή την τάση που χρησιμοποιούμε στα ενσύρματα μέσα. Ο τρόπος που αποστέλλεται η πληρο­φορία είναι με διαμόρφωση του εκπεμπόμενου από την πηγή φωτός σε  μορφή on / off.

Το μέσον που χρησιμοποιείται είναι ίνες γυαλιού ή πλαστικού που έχουν την ιδιότητα να εγκλωβίζουν τις οπτικές ακτίνες και να τις οδηγούν στο τέρμα. Οι ίνες αυτές που ονομάζονται fiber αποτελούνται συνήθως από τρεις ομόκεντρες κυλινδρικές οντότητες διηλεκτρικού υλικού, που είναι η κεντρική ίνα (core), την επίστρωση (cladding) και το κάλυμμα.

Η φωτεινή δέσμη που μεταφέρει την πληροφορία, μεταδίδεται μέσω της κεντρικής ίνας (core) που είναι από γυαλί ή πλαστικό. Η φωτεινή δέσμη οδεύει με διαδοχικές ανακλάσεις στα τοιχώματα της ίνας προς το άλλο άκρο. Η επιτυχία της μετάδοσης αυτής οφείλεται στο γεγονός ότι το σήμα υφίσταται ολικές ανακλάσεις με αποτέλεσμα η ενέργεια της φωτεινής δέσμης να παραμένει εγκλωβισμένη στην οπτική ίνα. Όπως γνωρίζουμε από την Φυσική, βασική προϋπόθεση για να συμβεί η ολική ανάκλαση είναι, αφ' ενός ο δείκτης διάθλασης του εξωτερικού υλικού να είναι μικρότερος του εσωτερικού, αφ' ετέρου η γωνία πρόσπτωσης της ακτίνας να είναι μεγαλύτερη από κάποια τιμή που ονομάζεται οδική γωνία.

Στην περίπτωση των οπτικών ινών η επίστρωση της κεντρικής ίνας  γίνεται με υλικό που έχει μικρότερο δείκτη διάθλασης από αυτόν της κεντρικής ίνας. Ο άλλος στόχος που είναι η πρόσπτωση των ακτινών με γωνία μεγαλύτερη της ορικής επιτυγχάνεται με τη χρήση ινών πολύ μικρού διαμετρήματος. Στο τέρμα της οπτικής ίνας ευρίσκεται ένας φωτοδότης που ανιχνεύει την έλευση του φωτός.

Οι οπτικές ίνες φαίνεται να είναι σήμερα η καλύτερη λύση στα μέσα μετάδο­σης και αυτό γιατί τα πλεονεκτήματα, που παρουσιάζουν, σε σχέση με τα άλλα μέσα είναι ιδιαίτερα σημαντικά.

  • Εύρος ζώνης. Οι οπτικές ίνες διαθέτουν πολύ μεγάλο εύρος ζώνης συχνοτήτων, με αποτέλεσμα την επίτευξη υψηλών ρυθμών μετάδοσης (της τάξης των Gbps). Υπάρχουν σήμερα εγκατεστημένες οπτικές ίνες με ρυθμούς μετάδοσης 1,7 Gbps, ενώ σε εργαστηριακές εφαρμογές φθάνουμε ακόμα και τα 6 Gbps. Συνήθεις ταχύτητες μετάδοσης είναι αυτές των 2 και Gbps, ενώ έχουν επίσης αναπτυχθεί συστήματα των 20, 40 και 50 Gbps. Σε περίπτωση πολυπλεξίας με διαίρεση μήκους κύματος, οι ταχύτητες φθάνουν στα μερικά Tbps. Η τεχνολογία βελτιώνει συνεχώς τα χαρακτηριστικά των οπτικών ινών με αποτέλεσμα να αυξάνεται το πλήθος των καναλιών που φιλοξενούνται σε μία ίνα. Σήμερα η χωρητικότητα της οπτικής ίνας έχει ξεπεράσει τα   30000 ψηφιακά κανάλια φωνής. Διαθέτουν πολύ μεγάλο εύρος ζώνης συχνοτήτων, με αποτέλε­σμα να επιτυγχάνονται υψηλές ταχύτητες μετάδοσης.
  • Θόρυβος. Είναι ανεπηρέαστες από ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία και ως εκ τούτου συνιστάται η χρήση τους σε βιομηχανικούς χώρους με υψηλό   περιβάλλον θορύβου.
  • Ο ρυθμός εμφάνισης σφαλμάτων (error rate) είναι σε χαμηλά επίπεδα. Εν γένει μπορούμε να πούμε ότι είναι καλύτερος από τα ενσύρματα μέσα   μετάδοσης κατά 3 τάξεις μεγέθους.
  • Υλικό. Το βάρος και ο όγκος των οπτικών ινών είναι σημαντικά μικρότερος από άλλους αντίστοιχους αγωγούς. Για παράδειγμα χάλκινο καλώδιο των 1000 ζευγών σε μήκος 500 μέτρων ζυγίζει περί τα 4000 κιλά, ενώ καλώδιο οπτικής ίνας για την ίδια απόσταση ζυγίζει περί τα 45 κιλά   και ταυτόχρονα περιέχει τον ίδιο αριθμό καναλιών.
  • Επιπλέον δεν είναι  ευαίσθητα σε υγρά περιβάλλοντα, όπου τα χάλκινα καλώδια μπορεί να δημιουργήσουν βραχυκυκλώματα και παραδιαφωνίες.
  • Επειδή δεν μεταφέρει ηλεκτρικό σήμα, προτιμάται σε περιοχές υψηλού κινδύνου εκρήξεων από σπινθήρες (χώροι καυσίμων, εύφλεκτων αερίων κλπ.).
  • Ασφάλεια. Είναι αρκετά ασφαλές μέσον μεταφοράς, καθώς είναι πολύ δύσκολο να παρέμβει κάποιος για να αποβλέψει ή να παρεμβάλει data.
  • Απόσβεση. Οι  οπτικές  ίνες  προξενούν  μικρότερη  εξασθένηση στα σήματα από ότι τα  χάλκινα καλώδια και τα ομοαξονικά. Επιτυγχά­νουμε  σήμερα     αποστάσεις  οπτικών  ινών χωρίς αναμεταδότη, που ξεπερνούν τα 300 χιλιόμετρα.

Συμπερασματικά, θα πρέπει να αναφέρουμε, ότι τα καλώδια οπτικών ινών παρουσιάζουν ίδιες μηχανικές ιδιότητες με τα ομοαξονικά, αλλά είναι ελαφρότε­ρα σε βάρος, μικρότερα σε διάμετρο και οι αποστάσεις μεταξύ των επαναληπτών είναι μεγαλύτερες.

Στα μειονεκτήματα των οπτικών ινών καταλογίζονται:

  • α. Είναι δύσκολοι οι τρόποι σύνδεσης και βυσμάτωσης των οπτικών ινών σε εκπομπή και δέκτη. Οι δυσκολίες εμφανίζονται στην προσαρμογή και ευθυγράμμιση της ίνας με τη φωτεινή πηγή του πομπού. Μικρές αποκλίσεις των βυσμάτων σύνδεσης προξενούν διασπορά και απώλεια του εκπεμπόμενου σήματος.
  • β. Είναι δύσκολη η σύνδεση πολλών χρηστών πάνω σε ένα καλώδιο, καθώς δεν είναι εύκολος ακόμη ο τρόπος απομάστευσης με οπτικές ίνες. Μέχρι στιγμής οι οπτικές ίνες ικανοποιούν κυρίως point to point συνδέσεις.
  • γ. Όπως κάθε προϊόν νέας τεχνολογίας η χρήση της είναι περιορισμένη και η υπάρχουσα υποδομή ανεπαρκής.
Πού εφαρμόζονται οι οπτικές ίνες

Τα συστήματα καλωδιώσεων με οπτικές ίνες συνεχώς αυξάνονται καθώς όλο και νέες εφαρμογές χρησιμοποιούν τα πλεονεκτήματα τους. Ας δούμε λοιπόν τα πεδία εφαρμογής τους.

α. Συνδέσεις τηλεπικοινωνιακών συστημάτων επίγειες και υποθαλάσσιες μακρινών αποστάσεων, υποκαθιστώντας τα ομοαξονικά καλώδια, τις μικροκυματικές ζεύξεις και τους δορυφόρους.Τώρα τελευταία έχουν ποντισθεί πολλά τέτοια καλώδια που συνδέουν ηπείρους μεταξύ τους με χωρητικότητα που ξεπερνά τα 30000 κυκλώματα φωνής. Παραδείγματα τέτοιων συνδέσεων είναι η επικείμενη ζεύξη Μασσαλίας -   Σιγκαπούρης, το Υπερσηβηρικό καλώδιο κλπ. 

β. Συνδέσεις σε βιομηχανικές περιοχές με υψηλό επίπεδο ηλεκτρομαγνη­τικών θορύβων. 

γ. Σε τοπικά δίκτυα για επικοινωνίες data μεγάλων ταχυτήτων. 

δ. Στα νέα Αστικά Δίκτυα (Metropolitan Area Network) που αναπτύσσονται τελευταία.

ε. Για μεταδόσεις με υψηλές απαιτήσεις ασφάλειας που απαιτούν οι κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών, οι στρατιωτικές εφαρμογές κλπ.

Είδη εκπομπής

Ανάλογα με τον τύπο της πηγής που χρησιμοποιείται διακρίνουμε δύο κατηγορίες εκπομπής οπτικών σημάτων. Την Laser (Light amplification of stimulated emission of radiation) και την LED (Light Emitting Diode).

Συγκρίνοντας Laser και Led θα λέγαμε ότι στα πλεονεκτήματα των Laser καταλογίζεται το ότι διαθέτουν:

  • μεγαλύτερη ισχύ εκπομπής.
  • υψηλότερο ρυθμό μετάδοσης (bit rate).
  • στενή δέσμη φωτός.
  • ταιριάζει σε multimode και σε single mode τύπο οπτικής ίνας.
  • δεν υπόκεινται σε χρωματική διάχυση καθώς είναι σχεδόν μονοχρωματική.

ενώ στα πλεονεκτήματα των LED ανήκουν:

  • το χαμηλότερο κόστος.
  • η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
  • η μικρή ευαισθησία σε μεταβολές της θερμοκρασίας.
Τρόποι μετάδοσης

Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, τα οπτικά σήματα μεταφέρονται με διαδοχικές ανακλάσεις στα τοιχώματα της οπτικής ίνας. Υπάρχουν διαφο­ρετικοί τρόποι μετάδοσης μέσω των οπτικών ινών.

Διακρίνουμε δυο βασικούς τρόπους μετάδο­σης, την multimode και την single mode ή monomode.

Οι διάφορες ακτίνες του οπτικού σήματος ανάλογα με την είσοδο τους στην οπτική ίνα οδεύουν ανακλώμενες υπό διαφορετικές γωνίες όπως φαίνεται στο (α). Φυσικά μόνον οι ακτίνες που προσπίπτουν με γωνία μεγαλύτερη της ορικής διαδίδονται κατά αυτόν τον τρόπο, ενώ οι υπόλοιπες διαθλώντας στην εξωτερική επίστρωση (cladding).

Ο τρόπος αυτός μετάδοσης ονομάζεται multimode καθώς έχουμε πολλούς δρόμους μετάδοσης που αντιστοιχούν στις διαφορετικές γωνίες ανάκλασης. Όσο μικρότερη είναι η διάμετρος της κεντρικής ίνας τόσο λιγότερους δρόμους μετάδοσης έχουμε. Όταν η διάμετρος μειωθεί στο επίπεδο του μήκους κύματος του εκπεμπόμενου οπτικού σήματος, τότε ένας μόνο τρόπος μετάδοσης παραμένει, η αξονική μετάδοση που ονομάζεται single mode (γ).

Οι οπτικές ίνες με multimode τρόπο μετάδοσης διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Στις step index και graded index.

Οι ίνες step index χαρακτηρίζονται έτσι λόγω της απότομης μεταβολής του δείκτη διάθλασης μεταξύ της κεντρικής ίνας και του υλικού επίστρωσης (cladding). Ο δείκτης διάθλασης του cladding είναι πάντα μικρότερος από αυτόν του κεντρικού πυρήνα ώστε να επιτυγχάνεται ολική ανάκλαση. Οι ίνες graded index χαρακτηρίζονται από τη βαθμιαία μείωση του δείκτη διάθλασης του υλικού όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο προς την εξωτερική επιφάνεια της κεντρικής ίνας.

Ο single mode τρόπος μετάδοσης εμφανίζει σαφώς καλύτερα χαρακτη­ριστικά και επιτυγχάνει υψηλότερους ρυθμούς μετάδοσης (ταχύτητες) από τους multimode. Η εξασθένηση που εισάγει είναι 0,2 - 2 db/km.

Ο κάθε δρόμος μετάδοσης του multimode έχει και διαφορετικό μήκος με αποτέλεσμα η κάθε ακτίνα να φθάνει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές στο δέκτη δημιουργώντας παραμόρφωση στο αρχικό σήμα. Η εξασθένηση που εισάγουν στο σήμα οι Step index multimode κυμαίνεται περίπου από 10 - 50 db/km, ενώ στις Graded index είναι από 7 - 15 db/km.

Για το λόγο αυτό η χρήση της multimode περιορίζεται σε μικρές αποστάσεις και για μικρότερους ρυθμούς μετάδοσης από την single mode.

Τυποποιημένες μορφές οπτικών ινών

Με την εξέλιξη της τεχνολογίας των οπτικών ινών και την ευρεία πλέον εμπορική τους εφαρμογή, δημιουργήθηκαν αναγκαστικά de facto τυποποιήσεις από εταιρείες κατασκευής και από οργανισμούς τυποποιήσεων. Οι πιο γνωστές μορφές είναι αυτές που ανήκουν στο ΡDS της ΑΤ&Τ, στο FDDI της ΑΝSΙ, στο SONET της Bellcore και ΕCSA και στο Cabling System Type 5 της ΙΒΜ. Ας δούμε αναλυτικότερα τα   χαρακτηριστικά του καθενός:

α. ΑΤ&Τ ΡDS. ΡDS σημαίνει Premises Distribution System και είναι το πλήρες καλωδιακό σύστημα της ΑΤ&Τ. Το καλώδιο που χρησιμοποιείται στο PDS είναι multimode με διάμετρο κεντρικής ίνας 62,5 μm και του cladding 125 μm. Χάριν συντομίας οι διάμετροι της κεντρικής ίνας και του cladding αναφέρονται ως 62,5/125 και  όλα τα υπόλοιπα εννοούνται. Για τεχνική εκπομπής χρησιμοποιεί LED και έχει δυνατότητα να διανύσει 2,2   Km χωρίς επαναλήπτη.

β. Το FDDI που σημαίνει Fiber Distributed Data Interface καθορίζει οπτικές ίνες multimode με τρεις τύπους διαμέτρων, την 50/125, 62,5/125 και 85/125. Χρησιμοποιεί LED για πηγή και διανύει μέχρι 2 km χωρίς επαναλήπτη. Ο τυποποιημένος ρυθμός μετάδοσης στο FDDI είναι 100 Mbps. Σημειωτέον ότι το FDDI εκτός από το φυσικό επίπεδο προσδιορίζει λειτουργίες ανωτέρων, επιπέδων, όπως πρωτόκολλα επικοινωνίας κλπ.

γ. Το SONET (Synchronous Optical NETwork) είναι ένα πρότυπο εκμετάλλευσης οπτικών ινών στις τηλεπικοινωνίες, καθώς θέτει τις βάσεις για ένα ολοκληρωμένο δίκτυο απαρτιζόμενο μόνο από οπτικές ίνες. Οι ίνες που χρησιμοποιεί είναι single mode με διαμέτρους 8,5/125 και πηγή Laser. Φθάνει και μέχρι 30 km απόσταση χωρίς επαναλήπτη.

δ. ΙΒΜ Cabling System Type 5). Το καλωδιακό σύστημα της ΙΒΜ διαθέτει το καλώδιο τύπου 5 που είναι οπτική ίνα step index multimode, διαμέτρων 100/140 και πηγής LED. Φθάνει και αυτό τα 2 Km χωρίς επαναλήπτη.

Στοιχεία που απαρτίζουν ένα δίκτυο οπτικών ινών

Για ένα σύστημα τέτοιας μορφής επικοινωνίας απαιτούνται πέραν των οπτικών ινών και άλλα απαραίτητα εξαρτήματα όπως οι πομποί, οι δέκτες, οι σύνδεσμοι (connectors), οι μόνιμοι σύνδεσμοι (splices), οι διακλαδωτές (couplers), οι επαναλήπτες (repeaters) κλπ. Μια σύντομη περιγραφή του καθενός θα μας εξοικειώσει με τα εξαρτήματα αυτά.

Πομποί

Ο πομπός διαμορφώνει το εκπεμπόμενο φως με το σήμα που εμείς του δίνουμε για μετάδοση. Δύο είναι οι μεγάλες κατηγορίες πομπών, αυτή που για πηγή φωτός χρησιμοποιεί LED και αυτή που χρησιμοποιεί Laser. Τα LED και τα Laser είναι ημιαγωγοί που εκπέμπουν φως όταν εφαρμοσθεί κατάλληλη τάση στα άκρα τους. Τα Laser που χρησιμοποιούνται στις οπτικές ίνες είναι ημιαγωγοί γνωστοί και με τον όρο ILD (Ιnjection Laser Diode). Εκπέμπουν μονοχρωματικό φως αλλά η λειτουργία τους διαφέρει από αυτή των κλασσικών συστημάτων εκπομπής ακτινών Laser. Με τις πηγές φωτός LED εκπέμπεται φως στην αόρατη περιοχή δίπλα στις υπέρυθρες. Το μήκος κύματος που χρησιμοποιείται εδώ κυμαίνεται από 700 - 900 nm με πιο συνήθη τα 820 ή 850 nm. Σημειώστε ότι η οπτική περιοχή  είναι από τα 400 (ιώδες) έως τα 750 nm (ερυθρό).

Με ειδικές μίξεις ινδίου, γαλλίου, αρσενικού και φωσφόρου κατασκευά­ζουμε ημιαγωγούς ικανούς να εκπέμψουν στα 1300 και 1550 nm. Οι ημιαγωγοί που παράγουν τα Laser μοιάζουν με αυτούς των LED, παράγουν όμως μονοχρωματική ακτινοβολία, πιο κατευθυντική δέσμη και μεγαλύτερη ισχύ σήματος.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω θα λέγαμε ότι για κοντινές αποστάσεις χρησιμοποιούμε συνήθως πηγές LED 850 nm, με ρυθμούς μετάδοσης μέχρι 100 Mbps. Για μεγαλύτερες αποστάσεις και ταχύτητες χρειάζονται πηγές Laser ή LED 1300 nm. Για ακόμα υψηλότερες επιδόσεις χρησιμοποιούνται πηγές Laser 1550 nm. Οι πηγές LED προτιμώνται για τα αναλογικά σήματα καθώς έχουν καλή συμπεριφορά σε γραμμική απόκριση. Laser και LED χρησιμο­ποιούνται για ψηφιακές μεταδόσεις, με τα Laser προτιμώμενα σε υψηλότερους ρυθμούς μετάδοσης (ταχύτητες).

Δέκτες

Οι δέκτες είναι τα εξαρτήματα εκείνα που αφού λάβουν το οπτικό σήμα από την οπτική ίνα το μετατρέπουν σε ηλεκτρικό, το καθαρίζουν, το ενισχύουν και το προωθούν στο καλώδιο πίσω από τον δέκτη. Ο ανιχνευτής που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή του οπτικού σήματος σε ηλεκτρικό είναι η φωτοδίοδος. Μέχρι τώρα χρησιμοποιούνται δυο τύποι φωτοδιόδων. οι ΡΙΝ και οι δίοδοι χιονοστιβάδας (AD Αvalance Ρhoto Diode). Οι δίοδοι PIN είναι λιγότερο ευαίσθητες στο φως και φθηνότερες των AD. Οι δύο κρίσιμοι παράγοντες στην αναγνώριση του σήματος είναι η ένταση (signal strength) και ο λόγος σήματος προς θόρυβο (S/Ν).

Σύνδεσμοι (connector)

Με τον όρο connector εννοούμε τους συνδέσμους που επιτυγχάνουν προσωρινή σύνδεση μεταξύ δύο οπτικών καλωδίων ή μεταξύ του καλωδίου και του πομπού ή του δέκτη. Ο connector σημειωτέον συνδέει όλο το καλώδιο και όχι μόνο την ίνα. Οι οπτικές ίνες είναι πολύ ευαίσθητες στις συνδέσεις τους καθώς η παραμικρή μετατόπιση της μιας έναντι της άλλης προξενεί σημαντική εξασθένηση του σήματος, ίσως και διακοπή της μετάδοσης. Για αυτό πρέπει οι κεντρικές ίνες να εφάπτονται ακριβώς η μία με την άλλη στο σημείο σύνδεσης.

Με τη λέξη "προσωρινή" που αναφέραμε στον ορισμό του connector, εννοούμε συνδέσεις που μπορούν κατά τη βούλησή μας να διακόπτονται και να αποκαθίστανται. Τα σημεία συνδέσεων των φορητών συσκευών και των οργάνων γίνονται με την χρήση connector. Με λίγα λόγια ο connector στις οπτικές ίνες παίζει το ρόλο της πρίζας ή του φις στο ηλεκτρικό   ρεύμα.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό των connector είναι η εξασθένηση. Κάθε φορά που ένα σήμα περνάει μέσα από ένα σύνδεσμο χάνει ένα μέρος της ισχύος του. Σήμερα η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει connector με εξασθένηση της τάξης του 1 db.

Ένα άλλο σοβαρό θέμα είναι η συμβατότητα connector, καλωδίου, πομπού και δέκτη. Η έλλειψη σήμερα αποδεκτής διεθνούς τυποποίησης δημιουργεί σημαντικά προβλήματα συμβατότητας.

Μόνιμοι σύνδεσμοι

Οι μόνιμοι σύνδεσμοι (splices) στην ουσία κάνουν την ίδια δουλειά με τους connector, μόνο που χρησιμοποιούνται για μόνιμες συνδέσεις μεταξύ οπτικών ινών. Είναι κάτι σαν τις μούφες των υδραυλικών. Εκεί που θέλουμε να επεκτείνουμε ένα καλώδιο, εκεί που θέλουμε να συνδέσουμε ένα κομμένο καλώδιο, χρησιμοποιούμε splices. Επειδή προορίζεται για μόνιμες συνδέσεις, είναι έτσι κατασκευασμένα ώστε να εισάγουν πολύ μικρή εξασθένηση, της τάξης του 0,1 db.

Διακλαδωτές

Οι διακλαδωτές (couplers) είναι η συσκευή εκείνη με την οποία διασυν­δέεται μία οπτική ίνα με περισσότερες. Σε αντίθεση με τους connector και τα splices που συνδέουν δύο οπτικά καλώδια, οι coupler συνδέουν τουλάχιστον τρία. Στην περίπτωση αυτή το οπτικό σήμα διερχόμενο από έναν coupler χάνει αρκετή από την ισχύ του. Αυτό έχει σαν επίπτωση τον περιορισμένο πρακτικά αριθμό των εξόδων ενός coupler.

Μέχρι στιγμής έχουν αναπτυχθεί δύο τεχνολογίες διακλαδωτών. Οι παθητικοί και οι ενεργητικοί. Παθητικοί είναι αυτοί που απλώς διαβιβάζουν το οπτικό σήμα από μία είσοδο σε πολλές εξόδους. Οι ενεργητικοί βάζουν ένα δέκτη στη κεντρική είσοδο και μετά οδηγούν την ηλεκτρική πλέον έξοδο του δέκτη σε πολλούς πομπούς. Έτσι δεν έχουμε το μειονέκτημα της εξασθένησης του σήματος. Επιπλέον και στην κατασκευή, οι ενεργητικοί είναι ευκολότεροι από ότι οι παθητικοί.

Διακρίνουμε τους διακλαδωτές σε ακτινωτούς και Τ-coupler ανάλογα με τη γεωμετρία της σύνδεσης. Επίσης διακρίνονται σε κατευθυντικούς όπου το σήμα ταξιδεύει σε συγκεκριμένη κατεύθυνση και σε αμφικατενθυντικούς, όπου οποιαδήποτε από τις εισόδους - εξόδους του coupler μπορεί να εκπέμπει σήμα προς όλες τις άλλες. Τέλος έχουμε διακλαδωτές που διαχωρίζουν τα διαφορετικά μήκη κύματος των σημάτων εισόδου και τα δρομολογούν σε διαφορετικές εξόδους.


Σύνδεση

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 53 επισκέπτες και κανένα μέλος